Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011
Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011
Ενότητα 4η (κείμενο Α)
Να
τονίσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου
και
όπου χρειάζεται να προσθέσετε πνεύμα:
Πλεομεν ὁσον τριακοσίους
σταδίους1 και νησῳ μικρᾷ και ἐρημῃ προσφερομεθα2.
Μειναντες δε ἡμερας ἐν τῇ νησῳ πεντε, τῇ ἑκτῃ ἐξορμωμεν3
και τῇ ὀγδοῃ καθορωμεν4 ἀνθρωπους πολλοὺς ἐπὶ τοῦ πελαγους
διαθεοντας5, ἁπαντα ἡμῖν προσεοικοτας6 και τα
σωματα και τα μεγεθη, πλὴν τῶν ποδῶν μονων˙ ταυτα γὰρ φελλινα ἐχουσιν˙
ἀφ’ οὗ δή7, οἰμαι8, και καλουνται9
Φελλοποδες. Θαυμαζομεν10 οὖν11 ὁρωντες οὐ βαπτιζομενους12,
ἀλλὰ υπερεχοντας τῶν κυματων13 και ἀδεῶς14 ὁδοιποροῦντας.
Οἱ δε και προσερχονται15 και ἀσπαζονται16 ἡμᾶς ἑλληνικῇ
φωνῇ λέγουσί τε εἰς Φελλὼ τὴν αὑτῶν πατρίδα ἐπειγεσθαι. Μεχρι μεν οὖν
τινος17 συνοδοιποροῦσι ἡμῖν παραθεοντες18, εἶτα19
ἀποτρεπομενοι τῆς ὁδοῦ20 βαδιζουσιν εὐπλοιαν ἡμῖν ἐπευχομενοι21.
1περίπου
τριακόσια στάδια (300 x 185 m = 55.500 m
= 55.5 km)
2πλησιάζουμε,
προσεγγίζουμε
3ξεκινάμε
4διακρίνουμε
(ὁράω, -ῶ = βλέπω [αντιγράψτε τη λ. στο ευρετήριο])
5να
τρέχουν εδώ κι εκεί πάνω στη θάλασσα
6που
έμοιαζαν με εμάς σε όλα ανεξαιρέτως τα χαρακτηριστικά
7γι΄
αυτόν τον λόγο λοιπόν
8νομίζω
(οἴομαι / οἶμαι = νομίζω [αντιγράψτε τη λ. στο ευρετήριο])
9ονομάζονται
(καλέω, -ῶ = ονομάζω [αντιγράψτε τη λ. στο ευρετήριο])
10απορούμε
(θαυμάζω = απορώ [αντιγράψτε τη λ. στο ευρετήριο])
11λοιπόν
12να
μη βυθίζονται (βαπτίζομαι = βυθίζομαι [αντιγράψτε τη λ. στο ευρετήριο])
13να
παραμένουν στην επιφάνεια των κυμάτων
14χωρίς
φόβο (βλ. δέος, τό = φόβος [αντιγράψτε τη λ. στο ευρετήριο])
15
μας πλησιάζουν
16
μας χαιρετούν
17μέχρι
κάποιο σημείο
18τρέχοντας
δίπλα μας
19έπειτα
[αντιγράψτε τη λ. εἶτα στο ευρετήριο]
20αλλάζοντας
δρόμο
21ευχόμενοι
σε εμάς «καλό ταξίδι!»
Λίγα λόγια για τον Λουκιανό:
Η
έντονη φιλομάθειά του τον έκανε να στραφεί στα γράμματα (στο έργο του Περὶ
τοῦ ἐνυπνίου αφηγείται πώς ενισχύθηκε αυτή του η απόφαση μετά
από όνειρο που είδε τη νύχτα της επιστροφής του στο σπίτι). Αφού μελέτησε τα
ελληνικά, ξεκίνησε να μάθει τη ρητορική τέχνη. Στην Αντιόχεια άσκησε τη
δικανική ρητορεία (→ στα
δικαστήρια). Κατόπιν άρχισε να ταξιδεύει, επιδεικνύοντας τις ρητορικές του
ικανότητες, σε διάφορες πόλεις του τότε γνωστού κόσμου.
Ωστόσο,
σε ηλικία 40 ετών, παράτησε την τέχνη του σοφιστή και στράφηκε στη φιλοσοφία.
Το 165 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί ανέπτυξε τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής
του, χρησιμοποιώντας κατά κόρον τον λιτό και απέριττο διάλογο, διανθίζοντας τον
με κωμικό και πειρακτικό ύφος, και χρησιμοποιώντας με πετυχημένο τρόπο τη
σάτιρα. Προς το τέλος της ζωής του έκανε μια δραστική στροφή σε σχέση με τα
παλιά ιδανικά του. Καλλιέργησε σχέσεις με ισχυρούς ανθρώπους και έκανε αυτό
ακριβώς που τόσο συχνά στηλιτεύει στα έργα του: εξασφάλισε μια θέση ανώτατου
διοικητικού στην Αίγυπτο, με παχυλό μισθό. Ο θάνατός του χρονολογείται μεταξύ
των ετών 180-192 μ.Χ.
Η «Αληθής Ιστορία» του Λουκιανού θα
λέγαμε ότι αποτελεί πρόδρομο των μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας.
Οριστική ενεστώτα του ρήματος εἰμί = είμαι
εἶ
ἐστί(ν)
ἐσμέν
ἐστέ
εἰσί(ν)
Απαρ. ενεστ.: εἶναι
Μτχ. ενεστ.: ὤν - οὖσα - ὄν (βλ. ΝΕ παρών - απών)
Οριστική ενεστώτα του ρήματος παιδεύω = εκπαιδεύω
παιδεύ-εις
παιδεύ-ει
παιδεύ-ομεν
παιδεύ-ετε
παιδεύ-ουσι(ν)
[ΠΡΟΣΟΧΗ: οι υπογραμμισμένες καταλήξεις διαφέρουν από τα ΝΕ!]
Απαρ. ενεστ.: παιδεύ- ειν
Μτχ. ενεστ.: παιδεύ- ων, παιδεύ- ουσα, παιδεῦ-ον
Άσκηση
για το σπίτι:
Να κλίνετε στο τετράδιό σας
τα ρήματα εἰμί και θαυμάζω στην οριστική ενεστώτα.Χρήσιμο blog για τις γυναίκες στην "Οδύσσεια"
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
Ενότητα 3η: Τόνοι και Πνεύματα
ΤΟΝΟΙ – ΠΝΕΥΜΑΤΑ
Ι. ΤΟΝΟΙ
Οξεία (/) | Περισπωμένη (/\) | Βαρεία (\) |
ά, αί | ᾶ, αῖ | ὰ, αὶ |
1. Στη λήγουσα, αντί για οξεία βάζουμε βαρεία, αρκεί να μην ακολουθεί στίξη, π.χ. μητρός τε καὶ πατρός.
2. Η βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντα οξεία, π.χ. ἐμπόρων, λέγω.
3. Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντα οξεία, π.χ. βούλομαι, πρόγονος.
4. Μακρόχρονη παραλήγουσα πριν από βραχύχρονη λήγουσα παίρνει περισπωμένη, π.χ. κῆδος, παῖδες.
5. Μακρόχρονη παραλήγουσα πριν από μακρόχρονη λήγουσα παίρνει πάντα οξεία, π.χ. Ἑλλήνων.
Μας βοηθά πρακτικά η ακόλουθη παρατήρηση:
→ Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη και τονίζεται η παραλήγουσα παίρνει πάντα οξεία, π.χ. κήποις, πολίταις.
Επίσης:
6. Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, δεν τονίζεται η προπαραλήγουσα, π.χ. πρόγονοι, προγόνων, προγόνοις.
7. Το –α στην κατάληξη των ουδετέρων είναι πάντα βραχύχρονο, π.χ. σῶμα, αἷμα.
8. Η γενική και η δοτική της α’ και της β’ κλίσης, όταν τονίζονται στη λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη, π.χ. θεοῦ, θεῶν – τιμῇ, τιμαῖς.
9. Η κατάληξη –ας στην α’ κλίση είναι μακρόχρονη, π.χ. πολίτας.
10. Η γενική πλ. της α’ κλίσης τονίζεται πάντα στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη, π.χ. πολιτῶν, πολιτειῶν.
ΙΙ. ΠΝΕΥΜΑΤΑ → όταν η λέξη αρχίζει από φωνήεν, δίφθογγο ή ρ
Δασεία | Ψιλή [→ απουσία δασύτητας] |
( | ) |
ΚΑΝΟΝΑΣ
Οι λέξεις που αρχίζουν από υ ή ρ παίρνουν δασεία, π.χ. ὑγιής, ῥοῦς.
ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΟΔΗΓΙΑ:
Για να καταλάβουμε αν μια λέξη παίρνει ψιλή ή δασεία, την κάνουμε β’ συνθετικό μιας σύνθετης λέξης, χρησιμοποιώντας ως α’ συνθετικό μια από τις προθέσεις κατά, ἐπί, ὑπό, ἀπό, κοκ.
Αν κατά τη σύνθεση το τ, το π και το κ τραπούν αντίστοιχα σε θ, φ και χ, τότε η αρχική λέξη μας παίρνει δασεία.
π.χ. ημέρα – καθημερινός, άρα: ἡμέρα
Βοηθητικός πίνακας για τη θέση των τόνων:
ά, ὰ, ᾶ | ἀ, ἁ | ἄ, ἅ | Ἄ, Ἅ | ἆ, ἇ - Ἆ, Ἇ |
αί, αὶ, αῖ | αἰ, αἱ | αἴ, αἵ | Αἴ, Αἵ | αἶ, αἷ - Αἶ, Αἷ |
Ασκήσεις
1. Στις παρακάτω λέξεις του κειμένου να δικαιολογήσετε τον τόνο:
Ἀθηναῖοι, καί, ἑτέρας, κατοικοῦντες, πολλά, βίῳ, ἐπιτηδεύουσι, ἀναγκαῖα, πορίζωνται, Ναυσικύδης, ναύκληρος, σώματος, οἰκείοις, ἐσπούδαζε, ἐποίουν, Ξένων, ἔμπορος, κάπηλος
2. Στο παρακάτω κείμενο να τονίσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις:
Πολυζηλος ἀπὸ ἀλφιτοποιίας ἑαυτὸν καὶ οἰκετας ἐτρεφε, ἐτι δὲ πολλάκις τῇ πολει ἐλειτουργει. Γλαυκων ὁ Χολαργεὺς ἐγεωργει καὶ βοῦς ἐτρεφε, Δημεας δὲ ἀπὸ χλαμυδουργίας διετρεφετο, Μεγαρεων δ’ οἱ πλειστοι ἀπὸ ἐξωμιδοποιίας. Οὐκ ὀλίγοι τῶν πολιτῶν τεχνην τινα ἐξεμανθανον, οἷον τὴν τῶν λιθοξοων, κεραμεων, τεκτονων, σκυτοτομων, καὶ πλειστα ἐπιτηδεια τῷ βιῳ ἐξειργαζοντο.
3. Να αναλυθούν οι παρακάτω λέξεις στα συνθετικά τους:
αφορισμός, εφαπτομένη, έφιππος, αφοπλίζω, καθολικός
Τι συμπεραίνετε για το πνεύμα που παίρνουν τα β’ συνθετικά τους;
Ενότητα 3η: "Τα επαγγέλματα των αρχαίων Αθηναίων"
Λεξιλόγιο
ὡς: όπως
ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον: άλλος
κατοικέω, -ῶ
βίος, ὁ: ζωή
ἐπιτηδεύω: ασχολούμαι με
πορίζομαι: εξασφαλίζω
ναύκληρος, ὁ: ιδιοκτήτης πλοίου
ὤν: μτχ. του ρ. εἰμί (βλ. ΝΕ παρ-ών, απ-ών)
σπουδάζω: φροντίζω
κάπηλος, ὁ: μικροπωλητής (βλ. προηγουμένως: ἔμπορος, ὁ)
ἀλφιτοποιία, ἡ: παρασκευή κριθάλευρου
οἰκέτης, ὁ: δούλος
ἔτι: ακόμη
πολλάκις: πολλές φορές
λειτουργέω, -ῶ: είμαι χορηγός
γεωργέω, -ῶ (βλ. επίσης βοῦς τρέφω → κτηνοτροφία)
χλαμυδουργία, ἡ
διατρέφομαι: εξασφαλίζω την τροφή μου
Μεγαρεύς, ὁ
πλεῖστος: υπερθ. β. του πολύς – πλείων – πλεῖστος
ἐξωμιδοποιία, ἡ
οὐκ ὀλίγοι = πολλοί → σχήμα λιτότητας
οὐκ ὀλίγοι τῶν πολιτῶν → η γενική που δίνει το σύνολο από το οποίο επιλέγουμε ένα τμήμα λέγεται γενική διαιρετική
τινά: αιτ. εν. της αόρ. αντ. τις – τις – τι (= κάποιος)
ἐξεμάνθανον → παρατ. του ρ. ἐκμανθάνω
οἷον: (εδώ) για παράδειγμα
λιθοξόος, ὁ: αυτός που λαξεύει μάρμαρα
κεραμεύς, ὁ: αγγειοπλάστης
τέκτων, ὁ: οικοδόμος
σκυτοτόμος, ὁ: βυρσοδέψης
ἐπιτήδεια, τά: τα απαραίτητα
ἐξεργάζομαι: εξασφαλίζω
[***Τα υπογραμμισμένα αντιστοιχούν στα επαγγέλματα που καταγράφονται στο ευρετήριο.]
Πρώτη απόδοση νοήματος
Οι Αθηναίοι, όπως και αυτοί που κατοικούν σε άλλες πόλεις, ασχολούνται με πολλά επαγγέλματα στη ζωή τους, για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα: ο Ναυσικύδης, όντας ναύκληρος φρόντιζε για την τροφή τη δική του και της οικογένειάς του, και το ίδιο έκανε ο Ξένων ο έμπορος και ο Ξενοκλής ο μικροπωλητής. Ο Πολύζηλος έτρεφε τον εαυτό του και τους δούλους του από την παρασκευή κριθάλευρου, κι ακόμη πολλές φορές έκανε χορηγίες στην πόλη. Ο Γλαύκων από τον Χολαργό ήταν γεωργός και εξέτρεφε βόδια, ενώ ο Δημέας εξασφάλιζε τα προς το ζην από την κατασκευή χλαμύδων, και οι περισσότεροι Μεγαρείς από την κατασκευή ενδυμάτων που άφηναν ακάλυπτους τους ώμους. Πολλοί πολίτες μάθαιναν κάποια τέχνη, όπως αυτή των τεχνιτών που λάξευαν μάρμαρο, των αγγειοπλαστών, των οικοδόμων, των βυρσοδεψών, και (έτσι) εξασφάλιζαν τα περισσότερα απαραίτητα για τη ζωή τους.
Ρήμα | Ποιος + ρήμα → Υποκείμενο στο ρήμα |
ἐπιτηδεύουσι | Ἀθηναῖοι |
(ὡς) ἐπιτηδεύουσι (ενν.) | οἱ κατοικοῦντες (ἑτέρας πόλεις) |
(ἵνα) πορίζωνται | Ἀθηναῖοι |
ἐσπούδαζε | Ναυσικύδης |
ἐποίουν | Ξένων καὶ Ξενοκλῆς |
ἔτρεφε | Πολύζηλος |
ἐλειτούργει | Πολύζηλος (ενν.) |
ἐγεώργει | Γλαύκων |
ἔτρεφε (βοῦς) | Γλαύκων (ενν.) |
διετρέφετο | Δημέας |
διετρέφοντο (ενν.) | οἱ πλεῖστοι Μεγαρέων |
ἐξεμάνθανον | οὐκ ὀλίγοι τῶν πολιτῶν |
ἐξειργάζοντο | ἐπιτήδεια |
2η Ενότητα: Φωνήεντα - Σύμφωνα
ΦΩΝΗΕΝΤΑ
Βραχύχρονα | ε, ο | ∪ |
Μακρόχρονα | η [εε], ω | − |
Τα α, ι , υ [ου] είναι δίχρονα, δηλαδή σε άλλες λέξεις είναι μακρόχρονα και σε άλλες λέξεις βραχύχρονα.
Παράδειγμα: Η κατάληξη – α στα ουδέτερα είναι πάντοτε βραχύχρονη, π.χ. τά δῶρᾰ.ΣΥΜΦΩΝΑ
Ι. ΑΦΩΝΑ
ψιλά | μέσα | δασέα (ψιλά + h) | |
Ουρανικά | κ | γ | χ |
Χειλικά | π | β | φ |
Οδοντικά | τ | δ | θ |
ΙΙ. ΗΜΙΦΩΝΑ
Υγρά | λ, ρ |
Ένρινα | μ, ν |
Συριστικά | σ (-ς) |
ΙΙΙ. ΔΙΠΛΑ
ζ (σ+δ / δ+σ), ξ (κ+σ), ψ (π+σ)ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ (ζεύγη φωνηέντων που προφέρονται στον χρόνο μιας συλλαβής)
- κύριες (αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου)
- καταχρηστικές (ᾳ, ῃ, ῳ [→ υπογεγραμμένη])
ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι δίφθογγοι είναι πάντα μακρόχρονες. Εξαιρούνται οι δίφθογγοι αι και οι στο τέλος της λέξης, που είναι βραχύχρονες, π.χ. οἱ πολῖται (-αι βραχύχρονη), αλλά τοῖς πολίταις (-αι μακρόχρονη → δεν βρίσκεται στο τέλος της λέξης, άρα είναι μακρόχρονη).
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)