Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Χριστούγεννα στην αρχαία Αθήνα (διήγημα της Σοφίας Μ.)


Χριστούγεννα στην Αρχαία Αθήνα

          Δεκέμβριος  2063. Φέτος  αγόρασα  μια καινούργια  χρονομηχανή  με  τις  οικονομίες  πολλών  χρόνων. Αποφασίσαμε  λοιπόν  με  την  οικογένειά  μου  και  με  κάποιους  στενούς  μας  φίλους  να  ταξιδέψουμε  στην  αρχαία  Αθήνα  γύρω  στο έτος 300 π.Χ.
        Όλοι  ετοιμάζουμε  τις  τελευταίες  μας  αποσκευές. Μάλιστα, σκεφτήκαμε  να  κάνουμε  κάτι  έτσι  ώστε  να  προσαρμοστούμε  ομαλά  στο  περιβάλλον  της  Αρχαίας  Αθήνας. Όταν  έπεσε  αυτό  το  θέμα  στο  τραπέζι, αναφώνησα  ευθύς  αμέσως  «Μανδύες!». Οι  γονείς  στην  αρχή  δεν συμφώνησαν,  αλλά  με  τα  παρακάλια  και  την επιμονή  μας… συμμορφώθηκαν!
        Κατά  το  βράδυ  της  21ης   Δεκεμβρίου, είχαμε  συγκεντρωθεί  όλοι  στο  σπίτι  μας   φορώντας  τους  μανδύες   και  εγώ  μετέφερα  τη  χρονομηχανή  στο  σαλόνι. Ήμουν  η  μόνη  που  είχε  κάνει  τον  κόπο  να  διαβάσει  τις  οδηγίες. Περιέγραψα  συνοπτικά  τι  έπρεπε  να  γίνει:
«Λοιπόν», ξεκίνησα, «δεν μπορεί  να  γίνει  μαζική  μετακίνηση, άρα  πρέπει  να  με  παρακολουθήσετε  προσεκτικά, αφού  θα  ταξιδέψετε  ο καθένας  ξεχωριστά. Αρχικά  πατάτε  το  πλήκτρο  με  την  ένδειξη  του  πυραύλου» είπα  και  έδειξα  το  πλήκτρο,  για  να  γίνω  απολύτως  κατανοητή.  «Έπειτα,  κάθεστε,  επιχειρείτε  να  προσδεθείτε  στο  κάθισμα  και  πληκτρολογείτε  το  έτος  στο  οποίο  θέλουμε  να  μεταβούμε. Τι  λέτε  για  το 340 π.Χ.;» πρότεινα.
«Εντάξει!» συμφώνησαν  όλοι  με  μια  φωνή. 
«Ωραία» συνέχισα. «Μην  ξεχάσετε  να  πληκτρολογήσετε  το  π.Χ.! Αλλιώς  θα  βρεθούμε  σε  διαφορετικές  χρονολογίες. Μετά  γράφετε  στο  διπλανό  κενό  «Αθήνα»  και  στο  τρίτο  κενό  «πρωί». Σύντομα ο  πύραυλος  γίνεται  πράσινος  και  τότε  τον  ξαναπατάτε,  για  να  ξεκινήσετε.  Θα  εξαφανιστείτε  και  μπορεί  να  νιώσετε  μια  μικρή  αναγούλα. Σε  5-10  λεπτά  θα  έχετε  φτάσει στον προορισμό σας. Ο  επόμενος  θα  περιμένει,  μέχρι  να  σβήσει  ο πύραυλος  και  1-2  λεπτά  παραπάνω,  για  να  είμαστε  σίγουροι,  και  θα  κάνει  το  ίδιο.  Φροντίστε,  όταν  ξεκινάτε  να  μην   πιαστείτε  από  πουθενά,  γιατί  θα  πάρετε  και  τη  χρονομηχανή  μαζί  σας  και  μετά  πρέπει  να  γυρίσετε  πάλι  πίσω. Μόνο  ο  τελευταίος -μάλλον  εγώ- θα  πιάσει  τη  χρονομηχανή  από  μια  λαβή,  πριν  ξεκινήσει, ώστε  να  μπορέσουμε  να  επιστρέψουμε. Απορίες;» Τελείωσα έτσι  τον  μακρύ  μονόλογό  μου.
«Καμίααα!» αποκρίθηκαν  οι  υπόλοιποι.
«Α! Και  κάτι  τελευταίο!» θέλησα  να  προσθέσω  εγώ «Μετά  τον  πρώτο  θα  ρίξουμε  τις  αποσκευές . Ποιος  θα  είναι  πρώτος;»
«Έγωω!»  προθυμοποιήθηκε  η  αδελφή  μου.

Είχαμε  φτάσει  όλοι  στην  Αθήνα  ίδια  μέρα  με  αυτήν  που  είχαμε  φύγει, άλλα  πρωί. Φορούσαμε  ήδη  τους  μανδύες  μας  και  είχε  πολλή  πλάκα.
Περιπλανηθήκαμε  αρκετή  ώρα ψάχνοντας  ένα  μέρος  για  να  μείνουμε. Βρήκαμε  ένα  ωραίο  σπίτι  και  ρωτήσαμε  πόσο  κόστιζε  το  νοίκι  για  δέκα  μέρες. Μας  απάντησε ο ιδιοκτήτης,  αλλά  η  απάντηση  μας  εξέπληξε,  καθώς  το  ποσό  ήταν  σε  δραχμές. 
«Αυτό  ήταν  κάτι  το  οποίο  δεν  είχαμε  προβλέψει», είπαν  οι  μαμάδες  και  κοιτάχτηκαν  ανήσυχες.
Ο  αρχαίος  ιδιοκτήτης  κατάλαβε  ότι  κάτι  πήγαινε  στραβά  και  μας  πρότεινε  να  περάσουμε  μέσα. Μας  κέρασε  ένα  γλυκό  και  μας  προσέφερε  νερό[ΕΧ1] .  Στη συνέχεια  πήρε  τον  λόγο:
«Συνέβη  κάτι; Σας  είδα  ανήσυχους  πρωτύτερα.» 
Ένας  από  τους  πατεράδες  τού  απάντησε:
«Λοιπόν κύριε… Κύριε;» 
«Λύσανδρος» συστήθηκε  ο  ιδιοκτήτης.
«Λοιπόν.  κύριε  Λύσανδρε. Εμείς  ερχόμαστε  από  μια  διαφορετική  εποχή… 2500  χρόνια   περίπου  μετά  τη  δική  σας. Αποφασίσαμε  να  ταξιδέψουμε  ως  εδώ,  για  να  γιορτάσουμε  τα Χριστούγεννα  με  τη  χρονομηχανή  μας.  Το  πρόβλημα  είναι  ότι  εμείς  στην  εποχή  μας  δεν  έχουμε  δραχμές  και  έτσι  αδυνατούμε  να  σας  πληρώσουμε…» 
Ο κ. Λύσανδρος  είχε  μείνει  άναυδος. Πιθανότατα  να  μας  πέρασε  για  τρελούς. Άλλα  τόσοι  τρελοί  μαζί… παραπαέι. Εμείς  αντιληφθήκαμε  την  έκπληξή  του  και  του  δείξαμε  τη  χρονομηχανή, είπαμε  τη  χρονιά  από  την  οποία  ερχόμασταν, του  συστηθήκαμε  όλοι  με  τη  σειρά, του  είπαμε  διάφορα  άλλα  πράγματα  και  απαντήσαμε  σε  διάφορες   ερωτήσεις  του,  ώστε  να  καταλάβει  ότι  είχαμε… σώας  τας  φρένας .
Αφού  ολοκληρώθηκε  η  συζήτησή  μας, δέχτηκε  να  μας  φιλοξενήσει  και  μάλιστα  δωρεάν. Του  προτείναμε  να  του  προσφέρουμε  κάποιο  κόσμημα,  επειδή  είχαμε  μερικά  μαζί  μας, αλλά  αυτός  ήταν  κάθετος. 
«Τέτοιοι  επισκέπτες  πρώτη  φορά  πατάνε  στο  σπιτικό  μας. Όχι  μόνο  θα  μείνετε δωρεάν, αλλά  θα  είστε και  σαν  αφέντες  εδώ. Μα έχω άλλη  ακόμη  απορία.  Τι  είναι  αυτά  τα...  «Χριστούγεννα»  που  αναφέρατε  πριν;» 
Εμείς  κοιταχτήκαμε  μεταξύ  μας  και  μετά  σκάσαμε  στα  γέλια.
«Μα  γιατί  γελάτε;» απόρησε  κάπως  πειραγμένος  ο κ.  Λύσανδρος.
Τον  λόγο  πήρε  μια  φίλη  μου, η  Ζωή: «Δεν  είναι  ότι  σας  κοροϊδεύουμε  κ.  Λύσανδρε, δεν  είναι  καθόλου  αυτό.  Κοιτάξτε.  Σε  340  χρόνια  θα  γεννηθεί  κάποιος  πολύ  ιδιαίτερος  για  μας. Όπως  εσείς  πιστεύετε  τώρα  στους  θεούς  του  Ολύμπου…» 
«Πού  το  ξέρεις  αυτό;» την διέκοψε  έκθαμβος .
«Εμείς  στο  σχολείο  μας  κάνουμε  ένα  μάθημα  που  λέγεται  Ιστορία. Εκεί  μαθαίνουμε  όλα  τα  σημαντικά  γεγονότα  που  συνέβησαν  στο  παρελθόν. Έτσι  ξέρουμε  πολλά  πράγματα  για  εσάς  και  για  άλλους  λαούς  και  εποχές. Να  συνεχίσω  τώρα;»
«Βέβαια,  βρε  κορίτσι  μου,  συγνώμη  που  σε  διακόπτω  συνέχεια,  αλλά, να, μου  φαίνονται  πολύ  παράξενα  όλα  αυτά» απολογήθηκε  εκείνος.
«Δεν  πειράζει.  Λοιπόν, όπως  εσείς  πιστεύετε  στους  θεούς  του  Ολύμπου, εμείς  πιστεύουμε  σε  έναν  Θεό  και  τον  γιο  του, τον  Χριστό. Ο  Χριστός  λοιπόν  θα  γεννηθεί  σε  340  χρόνια  και  λένε  ότι  γεννήθηκε  στις  25  Δεκεμβρίου  και  γιορτάζουμε  τα  Χριστούγεννα  κάθε  25  Δεκεμβρίου, δηλαδή  σε  τέσσερις  μέρες  από  σήμερα. Έχουμε  πολλά  έθιμα  για  αυτή  τη  μέρα  και  θα  μας  άρεσε  να  τηρήσουμε  μερικά  από  αυτά. Πριν  γελάσαμε,  επειδή  ούτε  καν  σκεφτήκαμε  ότι  ερχόμασταν  κάπου  που  δεν  υπάρχουν  τα  Χριστούγεννα,  αφού  δεν  έχει  γεννηθεί  ο  Χριστός!» ολοκλήρωσε η φίλη μου.
«Καταλαβαίνω»,  απάντησε  ο  αρχαίος  φίλος  τους.  «Πολύ  ωραία  όλα  αυτά  που  έμαθα  σήμερα. Θα  μπορούσατε  να  μου  πείτε  κι  άλλα  για  τα  Χριστούγεννα;»  
«Βεβαίως!» αποκρίθηκα  εγώ. «Κατ’ αρχάς  ξέρετε  κάποιο  μέρος  απ’ το  οποίο  θα  μπορούσαμε  να  αγοράσουμε  κάποιο  έλατο;»
«Κάποιος  καλός  μου  φίλος  πουλάει  έλατα  στην  αγορά. Αλλά  γιατί;» απόρησε  ο  κ.  Λύσανδρος.
«Επειδή  εμείς  τα  Χριστούγεννα  στολίζουμε  έλατα!» απαντήσαμε  όλοι  μαζί.
«Ααα,  μάλι-στα…»  αποκρίθηκε  ο  κ. Λύσανδρος. «Τότε  θα  πάμε  αύριο  το  πρωί  στην  αγορά,  για  να  σας  αγοράσω  ένα  έλατο. Έτσι, δώρο  για  τα  Χριστούγεννα! Ή  μήπως  δεν  κάνετε  δώρα;»
Η  μικρότερη της  παρέας, η Ιωάννα, πλησίασε  τον  κ. Λύσανδρο, έπιασε  τον  ώμο  του  και  του  είπε:
«Χριστούγεννα  χωρίς  δώρα  δεν  υπάρχουν. Είναι  σαν… βασικό  συστατικό  σε  ένα  φαγητό.»
«Πολύ  ωραία!  Τα  λέμε  αύριο  το  πρωί,  τότε. Σας  έχω  και  μία  έκπληξη.»
        Αφού  είχαμε  ξυπνήσει, είχαμε  πλυθεί και  είχαμε  πάρει  πρωινό, ο κ.  Λύσανδρος   μάς  ανακοίνωσε:
«Τώρα  θα  σας  δείξω  την  έκπληξη.  Αν  είστε  έτοιμοι,  ακολουθήστε με.»
        Όλοι  είχαμε  αγωνία  για  το  πού  θα  πηγαίναμε, αλλά  ήμασταν  σίγουροι  πως  οι  απορίες  μας  θα  λύνονταν,  αν  ακολουθούσαμε  τον  κ.  Λύσανδρο.
        Μετά  από  λίγη  ώρα  περπάτημα  φτάσαμε  στο  θέατρο. Είχαν  καταφτάσει  στην  Αθήνα  κωμικοί  για   τα  Μικρά  Διονύσια, τη  μεγάλη  γιορτή  του  Δεκεμβρίου  για  την  ισημερία, όπως  μας  πληροφόρησε  ο  κ.  Λύσανδρος.
Η  γιορτή  στα  Αρχαία  Ελληνικά  λεγόταν «εν αγροίς» και  ήταν  θρησκευτική  γιορτή, η  οποία  τελούταν  στους  αγρούς  τα  τέλη  Δεκεμβρίου (Ποσειδεώνα, όπως  τον  έλεγαν). Στη  γιορτή  συμμετείχε  πολύς  κόσμος  και  ήταν  το  αποκορύφωμα  της  ιλαρότητας, μετά  τη  χειμερινή  ισημερία. Την  πρώτη  μέρα, οι  κωμικοί  ηθοποιοί  πήγαιναν  στην  Αθήνα  και  στα  περίχωρα  της  Αττικής  κι  εκεί  έπαιζαν  διάφορα  μικρά  δράματα  ειδικά  για  τη  γιορτή. Οι  γιορτές  πραγματοποιούνταν  με  επισημότητα, θεωρούνταν  ιερές  και  κατά  τη  διάρκειά  τους  σταματούσαν  οι  εχθροπραξίες  ανάμεσα  στις  ελληνικές  πόλεις.
Η  ιδέα  αυτή  του  κ.  Λύσανδρου  να  επισκεφτούμε  το  θέατρο  και  να  παρακολουθήσουμε  δράματα  ήταν  πολλή  ψυχαγωγική   και  όλοι  μας  το  διασκεδάσαμε.
«Τώρα  ήρθε  η  ώρα  να  πάμε  στο  φίλο  μου, τον  Κλεάνθη, στην  αγορά,  για  να  αγοράσουμε  το  έλατο  που  θέλετε.» ανακοίνωσε  ο  κ.  Λύσανδρος.
Στην  αγορά  υπήρχε  κόσμος  πολύς  και  μεγάλη  φασαρία. Στριμωχτήκαμε  λίγο,  μέχρι  να  φτάσουμε  στον  Κλεάνθη  κι  ένα  νεαρό  αγόρι, το  οποίο  προφανώς  ήταν  ο  γιος  του.
«Αποδώ  ο  φίλος  μου, Κλεάνθης  και  ο  γιος  του, Ερμής»,  μας  σύστησε  ο  Λύσανδρος.
Είχα  μαντέψει  σωστά  λοιπόν, αν  και  η  ομοιότητα  μεταξύ  του  Κλεάνθη  και  του  Ερμή  δεν  άφηνε  περιθώρια  για κάτι άλλο.
«Αποδώ  κάποιοι  νέοι  μου  φίλοι»,  μας  παρουσίασε  ο  κ.  Λύσανδρος  και  μας  παρουσίασε.
Ο  Κλεάνθης  δεν  θέλησε  να  μάθει  περισσότερα.
«Θα  θέλαμε  ένα  έλατο», ζήτησε  ο  κ.  Λύσανδρος.
«Βέβαια,  θα  σου  δώσω, αλλά, με  το  συμπάθιο, τι  θα  το  κάνεις  το  έλατο  τέτοια  εποχή,  Λύσανδρε;» απόρησε  ο  Κλεάνθης -και  με  το  δίκιο  του.
Κι  ο  κ.  Λύσανδρος  ξεκίνησε  να  αφηγείται  την  ιστορία  μας.
«Μπορεί  να  σου  φανεί  παράξενο,  μα  είναι  αλήθεια. Τα  παιδιά» είπε  και  μας  έδειξε «έρχονται  από  άλλη  εποχή, 2,5  αιώνες  μετά  από  μας. Έχουν  μια  μηχανή  με  την  οποία   ταξιδεύουν  στο  χρόνο  και  ήρθαν  εδώ. Αυτοί, λέει, έχουν  έναν  Θεό  και  τον  γιο  του, τον  Χριστό, και  πιστεύουνε  σε  δαύτους.  Ε, λοιπόν, σε  340  χρόνια  από  τώρα  θα  γεννηθεί  ο  Χριστός,  στις  25  Δεκεμβρίου,  και  το  γιορτάζουνε. Τη γιορτή  τη  λένε  «Χριστούγεννα». Έχουνε, βλέπεις, κι  αυτοί  ήθη  και  έθιμα  πολύ  διαφορετικά  από  τα  δικά  μας  και  ένα  από  αυτά  είναι  τα  Χριστούγεννα  να  στολίζουνε  ένα  έλατο. Καλά  τα  είπα;» ρώτησε  στο  τέλος  γυρνώντας  προς  το  μέρος  μας.
«Άριστα!» απάντησε  μία   από  τις  φίλες  μου, η Μαρία.
Ο  Κλεάνθης  και  ο  Ερμής  είχαν  μείνει  κατάπληκτοι.
«Κι  όμως  είναι  αλήθεια» επισήμανε  μια  μητέρα, η  Κλειώ, καταλαβαίνοντας  την  έκπληξή  τους.
«Πολύ  ωραία  όλα  αυτά,  αλλά  ζαλίστηκα  λίγο», κατάφερε  να  αρθρώσει  τελικά  ο  Κλεάνθης. «Λοιπόν,  θα  σας  δώσουμε  ένα  έλατο  και  μάλιστα  δωρεάν» συμπλήρωσε  αποφασιστικά  ο  Κλεάνθης.
«Καλά,  όλα  δωρεάν  είναι  εδώ  στην  Αρχαία  Αθήνα; Δεν  είμαστε  δα  και  τζαμπατζήδες. Θα  σας  πληρώσουμε», είπε  μια  άλλη  μητέρα, η  Άννα.
Πατέρας  και  γιος  επέμεναν  και  τελικά  μας  πούλησαν  το  έλατο  για  ένα  μικρό  κόσμημα  σχεδόν  μηδαμινής  αξίας. Εμείς  τους  ευχαριστήσαμε  και  επιστρέψαμε  στο  σπίτι  μας.
Στο  σπίτι  μας  περίμενε  άλλη  μία  μεγάλη  έκπληξη. Όλος  ο  χώρος  ήταν  στολισμένος  με  κάρτες  που  έγραφαν  «Καλά  Χριστούγεννα»  και  άλλα  μικρά  στολίδια, όπως  γιρλάντες,  άλλα  κάπως  ασυνήθιστες,  και  πουγκιά  διάφορων  χρωμάτων  και  μια  κυρία  χαμογελαστή, ντυμένη  από  ό,τι  φαινόταν  με  τα  καλά  της   να  μας  υποδέχεται. Η  κυρία  φαινόταν  ευγενική, παρ’ όλα  αυτά  ήταν  άγνωστη  σε  μας  και  στα  βλέμματά  μας  κρυβόταν   μια  απορία  ανάμεικτη  με  ανησυχία.
«Αποδώ  η  σύζυγός  μου Ηλέκτρα», ανέλαβε  να  τη  συστήσει  ο  κ.  Λύσανδρος.
Εκπλαγήκαμε. Η  αλήθεια  είναι  ότι  δεν  ξέραμε  τίποτα  για  την  οικογενειακή  κατάσταση  του  κ.  Λύσανδρου  και  ο  ίδιος  δεν  μας  είχε  αναφέρει  τίποτα  για  σύζυγο  ή  παιδιά. Αλήθεια, είχε  παιδιά;  Η  σκέψη  μου  απαντήθηκε  αμέσως:
«Έχουμε  και  έναν  γιο  19  ετών,  αλλά  το  τελευταίο  έτος  απουσιάζει, υπηρετεί  τη  στρατιωτική  του  θητεία. Πώς  σας  φαίνεται  ο  στολισμός; Είναι  κατάλληλος  για  τη  γιορτή  σας; Δεν  ήξερα  τι  ακριβώς  κάνετε  σε  αντίστοιχη  περίπτωση,  αλλά  σκέφτηκα  ότι  αυτός  ο  στολισμός  είναι  παρεμφερής», συμπλήρωσε  γρήγορα  και  με  έκδηλη  αγωνία  η  Ηλέκτρα.
«Όλα  είναι  υπέροχα!» τη  διαβεβαίωσε  η  Κλειώ. «Θα  στολίσουμε  και  το  έλατο  και  θα  είναι  όλα  τέλεια!» πρόσθεσε.
        Βάλαμε  το  μεγάλο  έλατο  στο   μέρος  το  οποίο  όρισε  η  Ηλέκτρα  ως  κυρία  του  σπιτιού, ενώ  η  ίδια  μας  έφερε  διάφορα  διακοσμητικά  που  είχε  και  πίστευε  ότι  θα  μας  ήταν  χρήσιμα .
        Ενώ  όλοι  οι  υπόλοιποι  ασχολούνταν  με  τον  στολισμό  και  επικρατούσε  φασαρία  στο  σπίτι, εγώ  παραμέρισα  τον  κ.  Λύσανδρο  και  του  ζήτησα  μια  χάρη:
«Έχω  μία  καλή  ιδέα, η  οποία  πιστεύω  ότι  θα  χαροποιήσει  και  τους  υπόλοιπους  και  θα  ήθελα  τη  βοήθειά  σας,  για  να  την  πραγματοποιήσω.»
«Ό,τι  θες,  κορίτσι  μου!» μου  είπε  εύθυμα.
«Καταρχάς ξέρετε  να  σκαλίζετε;» τον  ρώτησα.
«Κάτι  ξέρω  κι  απ’  αυτό…» μου  απάντησε.
«Θαυμάσια! Λοιπόν, θα  πάμε  να  κόψουμε  μερικά  μικρά  κομμάτια  ξύλου  και  θα  σας  δείξω  μερικές  εικόνες  που  έχω,  για  να  τις  σκαλίσουμε  μαζί  και  να  γίνουν  σαν  διακοσμητικά. Συμφωνείτε;» πρότεινα  εγώ.
«Φυσικά! Θα  μου  άρεσε  πολύ!» είπε  αυτός  χαρούμενα. «Μισό  λεπτό  να  φέρω  την  τσάντα  μου  με  τις  εικόνες.»
«Εντάξει.»
        Σε  λίγο  κατέφθασα  στο  κοντινό  δασάκι  με  την  τσάντα  μου. Ο  κ.  Λύσανδρος  είχε  ήδη  κόψει  μερικά  κομμάτια  ξύλο  σε  κατάλληλο  μέγεθος  για  στολίδια.
«Έλα, δείξε  μου  τις  εικόνες», μου ζήτησε.
Άνοιξα  την  τσάντα  και  έβγαλα  ένα  laptop  αφής  στο  οποίο  είχα  αποθηκεύσει  εικόνες  χιονάνθρωπου, Άη-Βασίλη, πιγκουίνου, χριστουγεννιάτικου  δέντρου  και  αγγέλων. Ο  κ.  Λύσανδρος  είχε  χλωμιάσει.
«Τι  είναι  αυτό;» μουρμούρισε.
«Είναι  ένα… μηχάνημα  που  το  χρησιμοποιούμε  για  να  κάνουμε  πολλά  πράγματα. Θα  σας  δείξω  κάποια  άλλη  στιγμή  κάποιες  λειτουργίες  του. Μπορεί  επίσης  να  δείχνει  και  φωτογραφίες, εικόνες  δηλαδή. Θέλετε  τώρα  να  σας  δείξω  αυτά  που  θα  σκαλίσουμε;»
«Εντάξει.» ψέλλισε  εκείνος  έχοντας  συνέλθει  κάπως.
Πρώτο του έδειξα  τον  χιονάνθρωπο:
«Αυτός  είναι  ένας  χιονάνθρωπος. Όταν  χιονίζει,  μαζεύουμε  χιόνι  και  φτιάχνουμε  με  αυτό  κάτι  που  μοιάζει  λίγο  με  άνθρωπο. Μπορείτε  να  το  σκαλίσετε;»
«Εύκολο  φαίνεται…» απάντησε.
«Ωραία. Ας  προσπαθήσουμε.»
Μετά  από  λίγη  ώρα  τελειώσαμε  τους  χιονάνθρωπους.  Στη  συνέχεια  άνοιξα  τη φωτογραφία  με  τον  άγγελο:
«Αυτός είναι  ένας  άγγελος. Ο  βαθμός  δυσκολίας  ανεβαίνει  κάπως. Θα  κάνουμε  πάλι  ένα  εγώ  κι  ένα  εσείς;»
«Εντάξει» απάντησε  και  ξεκινήσαμε να  φτιάχνουμε  τα  αγγελάκια.
Έπειτα, άνοιξα  τη  φωτογραφία  με  το χριστουγεννιάτικο  δέντρο:
«Αυτό  είναι  σαν  το  έλατο  που  στολίσαμε  στο  σπίτι. Το  λέμε  χριστουγεννιάτικο  δέντρο.»
Ξεκινήσαμε  να  φτιάχνουμε  τα  χριστουγεννιάτικα  δέντρα. Τέλος, άνοιξα  τη  φωτογραφία  του  Άη-Βασίλη:
«Αυτή  είναι  η  τελευταία  εικόνα  και  νομίζω  ότι  είναι  η  πιο δύσκολη. Εσείς  τι  λέτε; Θα  τα  καταφέρουμε;»
«Έτσι  νομίζω», απάντησε  με  μία  δόση  βεβαιότητας.
Φτιάξαμε  και  αυτά  και  πρέπει  να  παραδεχτώ  ότι  τα  δικά  του  στολίδια  ήταν  πολύ  πιο  πετυχημένα  από  τα  δικά  μου. Εγώ  έφτιαξα  και  ένα  αστέρι  που  ήταν  εύκολο  σχέδιο  για  την  κορυφή  του  δέντρου  και  αυτός  έφτιαξε  μερικά  ακόμη  αντίγραφα  των  άλλων  σχεδίων.
        Όταν  επιστρέψαμε,  όλοι  μας  ρώτησαν  πού  ήμασταν,  αλλά  εμείς,  χωρίς  να  χάσουμε  χρόνο, τους  δείξαμε  τα  στολίδια.  Σε  όλους  άρεσαν  πολύ. Βάλαμε  το  αστέρι  στην  κορυφή  του  δέντρου  και  κρεμάσαμε  τα  στολίδια  στο  δέντρο  και  σε  άλλα  μέρη  του  σπιτιού.
        Το  επόμενο  πρωί  ξημέρωσε  παραμονή  Χριστουγέννων. Όταν  παίρναμε  το  πρωινό  μας, ανακοινώσαμε  ότι  αυτή  τη  μέρα  είχαμε  άλλο  ένα  έθιμο, να  λέμε  τα  κάλαντα  και  ότι  παλιά  έδιναν  στα  παιδιά  γλυκά, ενώ  στη  δική  μας  εποχή  μας  δίνουν  χρήματα. Εξηγήσαμε  τι  είναι  τα  κάλαντα  και  ψάλαμε  κάποια  από  αυτά, όπως  το  “Καλήν Εσπέραν Άρχοντες”, το “Τρίγωνα  Κάλαντα”, την “Άγια  Νύχτα”. Ο  κ.  Λύσανδρος  μας  πρότεινε  να  βγούμε  στην  αγορά  να  πούμε  τα  κάλαντα. Οι  μεγάλοι  στην  αρχή  δεν  ήθελαν  να  πάμε. Και «Τι ρεζι-λίκια  είναι  αυτά!»  και  «Δεν  πειράζει, αφού  ήρθαμε  εδώ  δε θα  πούμε  κάλαντα!» και  τέτοια  σχετικά. Εμείς, όμως, οι  μικρότεροι, θέλαμε  πολύ  να  βγούμε  να  πούμε  τα  κάλαντα.  Με  τα  πολλά, οι  γονείς  πείστηκαν  και  βγήκαμε  στην  αγορά. Βάλαμε  τους  αγιοβασιλιάτικους  σκούφους μας,  πήραμε  τα δύο  τρίγωνα  που  είχαμε  φέρει  μαζί  μας  και  αρχίσαμε  να  λέμε  τα  κάλαντα .
        Όλοι  έρχονταν  κοντά  μας  και  μας  παρακολοθούσαν  με  απορία. Είπαμε  διάφορα  χριστουγεννιάτικα  τραγούδια  και,  όταν  τελειώσαμε,  μας ρώτησαν  τι  και  γιατί  τραγουδούσαμε. Αρχίσαμε  να  λέμε  τη  γνωστή  ιστορία  για  τον  Χριστό, τη  γέννησή  του  και  τα  Χριστούγεννα. Σχεδόν  κανένας  δε  μας  πίστεψε. Και  τότε  ήταν  που  καταλάβαμε την  αξιοπιστία  και  το  κύρος  του  κ.  Λύσανδρου. Μόλις  είπε  ότι  είμαστε  από  άλλη  εποχή  και  ότι  λέμε  την  «πάσα  αλήθεια», όλοι  τον  πίστεψαν  και  δεν  υπήρξε  καμία  αντίρρηση. Μετά  από  αυτό, όλοι  μας  έδωσαν  ή  χρήματα  ή  κάποιο  γλύκισμα, όπως  πρόσταζε  το  έθιμο  να  γίνει.
        Ένας  πατέρας,  ο  Μιχάλης,  ζήτησε  από  τον  κ.  Λύσανδρο  να  του  συστήσει  ένα  καλό  κρεοπωλείο,  για  να  πάει  ν’ αγοράσει  χοιρινό,  όπως  όριζε  το  παλιό  έθιμο. Παρ’ όλο  που  τους  τελευταίους  αιώνες  οι  Χριστιανοί τρώνε  γαλοπούλες, οι  γαλοπούλες εμφανίστηκαν  μόλις  γύρω  στα  1000 μ.Χ. Τις  έσφαζαν  και  τις  έψηναν  οι  Ινδιάνοι, άρα  δεν  υπήρχε  καμία  πιθανότητα  να  υπάρχουν  γαλοπούλες  στην  Αρχαία  Αθήνα. Εγώ, η  Ζωή  και  ο  Μιχάλης  ξεκινήσαμε  για  το  κρεοπωλείο. Το  βρήκαμε  αρκετά  εύκολα.  Μπήκαμε  και  ζητήσαμε  ένα  κομμάτι  χοιρινό. Πρώτη  φορά  στην  αρχαία  Αθήνα  πληρώναμε  κανονικό  αντίτιμο  για  κάτι  που  θέλαμε  να  αγοράσουμε. Χρησιμοποιήσαμε  για  τον  σκοπό  αυτό  τα  χρήματα  που  είχαμε  μαζέψει  από  τα  κάλαντα.  Περιπλανηθήκαμε  λίγο  ακόμη  στην  αγορά  και  προμηθευτήκαμε  επιπλέον  εφόδια,  για  να  μαγειρέψουμε  το  χοιρινό.
        Είχε  αρχίσει  να  πέφτει  η  νύχτα,  όταν  φτάσαμε  στο  σπίτι. Ο  Μιχάλης  μάς  ανακοίνωσε  το  επόμενο  έθιμο:
«Άλλο  ένα  έθιμο  είναι  να  ψήνουμε  χοιρινό  και  να  το  τρώμε  την  ημέρα  των  Χριστουγέννων, συνήθως  με  κάποια  γέμιση. Έχουμε  αγοράσει  αρκετά  υλικά  για  ένα  καλό  γεύμα  που  θα  ετοιμάσουν  οι  τρεις  μανάδες  -η Κλειώ, η  Κωνσταντίνα  και  η  Ελένη.»
«Πολλή  καλή  η  ιδέα  σου, Μιχάλη!» αναφώνησε  η  Ελένη.
        Την  επομένη, ήμασταν  όλοι  στο  πόδι  από  νωρίς  το  πρωί, ευχόμενοι  ο ένας  στον  άλλον  “Καλά  Χριστούγεννα!”  και  αρχίζοντας  να  προετοιμάζουμε  το  χριστουγεννιάτικο  γεύμα. Οι  μανάδες  είχαν  λάβει  τις  θέσεις  τους  στην  κουζίνα  και  είχαν  κανονίσει  τι  θα  έκανε  η  καθεμία. Η Κλειώ  είχε  αναλάβει  να  ψήσει  το  χοιρινό, η  Ελένη  να  μαγειρέψει  κάτι  συνοδευτικό (δεν  μας  είχαν  πει  τι -ήταν  έκπληξη)  και  η  Κωνσταντίνα  να  φτιάξει  κάποιες  σαλάτες  και  να  σερβίρει  τα  κατάλληλα  ποτά.  Εδώ  πρέπει  να  σημειώσουμε  ότι  είχαμε  μεταφέρει  κάποια  ποτά  και  κάποια  υλικά  από  τη  δική  μας  εποχή, γιατί, ας  μην ξεχνάμε  ότι  βρισκόμαστε  κάποιους  αιώνες  προ Χριστού και  πολλά  λαχανικά  δεν  υπήρχαν.
        Το μεσημέρι, έστρωσαν  το  τραπέζι  με  ένα  κέντημα  της  Ηλέκτρας  και  μας  έβαλαν  να  καθίσουμε. Η  Ιωάννα επέμεινε  να  σερβίρει  κι  εκείνη  μαζί  με  τις  μαμάδες  μας. Σιγά-σιγά  άρχισαν  να  έρχονται  τα  πιάτα. Όλοι  -και  κυρίως  ο  κ.  Λύσανδρος  και  η Ηλέκτρα-  μείναμε  έκθαμβοι  από  το  πλουσιοπάροχο  γεύμα. Και  αφού  βγήκαν  όλα  τα  πιάτα, ήρθαν  και  οι  μαμάδες  και  αρχίσαμε  να  τρώμε, αποδείχθηκε  πως, όχι  μόνο  η  όψη, αλλά  και  η  γεύση  θα  αντάμειβαν  και  τον  πιο  απαιτητικό. Παρ’ όλο  που  η  Κωνσταντίνα   είχε  σκεφτεί  να  πάρει  μαζί  της  πλαστικά  κουτάλια, μαχαίρια  και  πιρούνια, λες  και  θα  πηγαίναμε  πικ-νικ, οι  οικοδεσπότες  μας  “τίμησαν”  το  γεύμα  με  τα  χέρια.
«Εξαίσιο!», «Υπέροχο!», «Θαυμάσιο!», «Άριστο!»  ήταν  μερικά  από  τα  σχόλια  που  ακούστηκαν  από  όλους, αλλά  πιο  έντονα  από  τους  οικοδεσπότες.
        Το  απόγευμα, ο  πιο  καλλίφωνος, ο  Γιάννης -ένας  από  τους  πατεράδες- τραγούδησε  κάποια  χριστουγεννιάτικα  τραγούδια  και  χορέψαμε  παρασύροντας  πιο  εύκολα  την  Ηλέκτρα  και  λίγο  πιο  δύσκολα  τον  κ.  Λύσανδρο  να  κουνηθούν  κάπως  και  αυτοί  στον  ρυθμό  της  μουσικής.
        Το  επόμενο  πρωί, κατά  τις  11, είχαμε  μαζέψει  όλα  μας  τα  πράγματα. Η  Μαρία  πήγε  να  φέρει  τη  χρονομηχανή, ενώ  όλοι  εμείς  οι  υπόλοιποι αποχαιρετούσαμε  και  ευχαριστούσαμε  τον  κ.  Λύσανδρο  και  την  Ηλέκτρα. Πρώτη  μίλησε  η  Κλειώ:
«Ευχαριστούμε  πολύ,  Λύσανδρε  και  Ηλέκτρα,  για  τη  φιλοξενία  σας, την  αποδοχή  σας  και  τη  βοήθειά  σας. Ξέρετε, νομίζω, εξ’  ιδίας  πείρας  τις  δυσκολίες  που  θα  αντιμετωπίζαμε  αν  δεν  μας  είχατε  στηρίξει  εσείς. Και  μάλιστα  δε  δεχτήκατε  και  καθόλου  χρήματα.»
«Μας  πληρώσατε  σε  πνευματική  τροφή. Μας  μάθατε  τόσα  πράγματα  για  το  μέλλον  του  τόπου  μας  και  του  κόσμου  και  μας  δείξατε  πώς  περνάτε μία  από  τις  πιο  σημαντικές  γιορτές  σας, τα  Χριστούγεννα. Εμείς  σας  ευχαριστούμε», είπε  η  Ηλέκτρα φανερώνοντας  μια  κάποια  συγκίνηση.
«Συμφωνώ  με  όλα  όσα  είπε  η  Ηλέκτρα. Θέλω  μόνο  να  προσθέσω ότι  είστε  ευπρόσδεκτοι  όλοι  σας  στο  σπίτι  μας  όποτε  αποφασίσετε  να  μας  ξαναεπισκεπτείτε  και  εσύ,  Κατερίνα,  να  μου  δείξεις  πώς  λειτουργεί  αυτό  το  μηχάνημα!» μου είπε  ο  κ.  Λύσανδρος  και  μου  ΄κλεισε  το  μάτι.
«Εντάξει!» απάντησα  και  κούνησα  καταφατικά  το  κεφάλι  μου.
Αφού  είχαμε  αποχαιρετιστεί  και  είχα  ετοιμάσει  τη  χρονομηχανή  για  να  φύγουμε, τους  έκανα  μια  επανάληψη  για  το  τι  έπρεπε  να  κάνουμε  και  ξεκινήσαμε  με  τον  ίδιο  τρόπο  που  φύγαμε. Εγώ  ήμουν  ξανά  η  τελευταία.  Αγκάλιασα  και  φίλησα  άλλη  μια  φορά  το  ζεύγος  και  άφησα  στο  χέρι  του  κ.  Λύσανδρου  ένα  από  τα  στολίδια  που  φτιάξαμε  μαζί  και  στο  χέρι  της  Ηλέ-κτρας  ένα  κινητό.
«Αν  ακούγεται  μία  μουσική  από  αυτό  θα  πατάς  αυτό  το  κουμπί  και  θα  μιλάμε, εντάξει;» της  είπα  βιαστικά.
«Εντάξει, εντάξει! Μείνε  ήσυχη!» με  καθησύχασε  η  Ηλέκτρα.
        Μπήκα  στη  χρονομηχανή  και  από  τότε  μιλούσαμε  τακτικά  μέσω  του  κινητού  με  την  Ηλέκτρα  και  τον  κ.  Λύσανδρο.                       
                                                                               


 [ΕΧ1]τηρώντας με ευλάβεια τους κανόνες φιλοξενίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου